Οι τεχνικές του κινηματογράφου-φύλλο εργασίας
Τα ξεχασμένα Βαλκάνια -Οι δημιουργίες
Με βάση το ντοκιμαντέρ «Τα Ξεχασμένα Βαλκάνια» (παραγωγή ΕΡΤ – σκηνοθεσία Σταύρος Ψυλλάκης, σειρά 6 επεισοδίων), το οποίο συνδυάζει ιστορική έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και μνήμη από τη σκοπιά της καθημερινής ζωής στα Βαλκάνια του 20ού αιώνα μελετήσαμε την ιστορία των βαλκανίων.
Το ντοκιμαντέρ μάς βοήθησε να καταλάβουμε:
-
Ότι η Ιστορία είναι κοινή, όσο κι αν χωρίστηκαν οι λαοί
-
Ότι οι μνήμες μεταφέρονται με βλέμματα, τραγούδια, παραμύθια
-
Ότι ο εθνικισμός πληγώνει πρώτα τους φτωχούς, τους αθώους, τους ξεχασμένους
-
Ότι στα Βαλκάνια υπάρχει ακόμα ανοιχτό τραύμα – όχι μόνο πολιτικό, αλλά υπαρξιακό
Οι ποιητικές μας δημιουργίες:
Με λένε Μιρκοβάν,
ή μήπως Νίκο, ή Γιοβάν;
Το όνομά μου το ’χα σε μια παλιά εικόνα,
μα χάθηκε στο ποτάμι μαζί με τη μάνα.
Στο χωριό μου πια μένουν μόνο σκιές.
Εγώ θυμάμαι. Εσύ;
Η σιωπή μου είναι το μνημείο.
Δεν ήρθε κανείς να με ρωτήσει πότε άρχισε ο πόλεμος.
Ούτε πότε τέλειωσε.
Στον τοίχο έχω καρφωμένο ένα παλιό ρολόι.
Έμεινε στις 4:17 –
εκείνη την ώρα έφυγε το τρένο.
Δεν κλαίω πια.
Έκλαψα τόσα που στέρεψε και το χώμα.
Έραψα τα όνειρα των παιδιών μου σε μια κουβέρτα.
Το φόρεσα και ζεστάθηκα λίγο.
Ό,τι έμεινε από τον πόλεμο, το μαγειρεύω σε ιστορίες.
Θέλεις να φας λίγο μαζί μου;
Με θάψαν πρόχειρα, πίσω από ένα σπίτι.
Δεν γράφτηκε το όνομά μου. Δεν πειράζει.
Στην τσέπη μου είχε μείνει μια γωνιά ψωμί,
κι ένα γράμμα με λέξεις που δεν πρόλαβα να πω.
Όταν περνάς, ψιθύρισε το όνομά σου.
Έτσι θα θυμηθώ πως υπήρξα κι εγώ.
Τα ξεχασμένα Βαλκάνια -Οι δημιουργίες
Με βάση το ντοκιμαντέρ «Τα Ξεχασμένα Βαλκάνια» (παραγωγή ΕΡΤ – σκηνοθεσία Σταύρος Ψυλλάκης, σειρά 6 επεισοδίων), το οποίο συνδυάζει ιστορική έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και μνήμη από τη σκοπιά της καθημερινής ζωής στα Βαλκάνια του 20ού αιώνα μελετήσαμε την ιστορία των βαλκανίων.
Το ντοκιμαντέρ μάς βοήθησε να καταλάβουμε:
-
Ότι η Ιστορία είναι κοινή, όσο κι αν χωρίστηκαν οι λαοί
-
Ότι οι μνήμες μεταφέρονται με βλέμματα, τραγούδια, παραμύθια
-
Ότι ο εθνικισμός πληγώνει πρώτα τους φτωχούς, τους αθώους, τους ξεχασμένους
-
Ότι στα Βαλκάνια υπάρχει ακόμα ανοιχτό τραύμα – όχι μόνο πολιτικό, αλλά υπαρξιακό
Οι ποιητικές μας δημιουργίες:
Με λένε Μιρκοβάν,
ή μήπως Νίκο, ή Γιοβάν;
Το όνομά μου το ’χα σε μια παλιά εικόνα,
μα χάθηκε στο ποτάμι μαζί με τη μάνα.
Στο χωριό μου πια μένουν μόνο σκιές.
Εγώ θυμάμαι. Εσύ;
Η σιωπή μου είναι το μνημείο.
Δεν ήρθε κανείς να με ρωτήσει πότε άρχισε ο πόλεμος.
Ούτε πότε τέλειωσε.
Στον τοίχο έχω καρφωμένο ένα παλιό ρολόι.
Έμεινε στις 4:17 –
εκείνη την ώρα έφυγε το τρένο.
Δεν κλαίω πια.
Έκλαψα τόσα που στέρεψε και το χώμα.
Έραψα τα όνειρα των παιδιών μου σε μια κουβέρτα.
Το φόρεσα και ζεστάθηκα λίγο.
Ό,τι έμεινε από τον πόλεμο, το μαγειρεύω σε ιστορίες.
Θέλεις να φας λίγο μαζί μου;
Με θάψαν πρόχειρα, πίσω από ένα σπίτι.
Δεν γράφτηκε το όνομά μου. Δεν πειράζει.
Στην τσέπη μου είχε μείνει μια γωνιά ψωμί,
κι ένα γράμμα με λέξεις που δεν πρόλαβα να πω.
Όταν περνάς, ψιθύρισε το όνομά σου.
Έτσι θα θυμηθώ πως υπήρξα κι εγώ.
“Κι αν ήμουν εγώ?” Ημερολόγιο μαθητών – 25 Νοεμβρίου 1943
Ημερολόγιο – 25 Νοεμβρίου 1943 (εργασίες μαθητών από το φύλλο εργασίας)
Ι.Σ
Σήμερα κάναμε έφοδο στις αποθήκες. Δεν πήραμε πολλά, αλλά βρήκαμε λίγο ψωμί και μια κονσέρβα. Ο Μανώλης έπεσε και χτύπησε, αλλά δεν είπε τίποτα, δεν έκλαψε. Περπατάμε ξυπόλητοι, αλλά νιώθω δυνατός. Αν μας πιάσουν, ξέρω τι μας περιμένει. Αλλά καλύτερα να πεθάνω προσπαθώντας, παρά να κάθομαι και να πεινάω. Η Στέλλα μας διάβασε κάτι σαν ποίημα σήμερα. Δεν θυμάμαι τα λόγια, αλλά ένιωσα πως ακόμα έχουμε ψυχή.
Β.Δ
Μου λείπει η μαμά μου. Όταν φυσάει, τη φαντάζομαι να μου σκεπάζει τα πόδια με μια κουβέρτα. Αλλά τώρα δεν έχω ούτε κουβέρτα. Σήμερα στον δρόμο μάς είδε μια γυναίκα και μας έδωσε μια φραντζόλα ψωμί. Μας χαμογέλασε. Δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε. Την κοίταξα στα μάτια και σκέφτηκα: υπάρχει ακόμα ανθρωπιά. Ίσως να τα καταφέρουμε. Όσο έχουμε ο ένας τον άλλον, δεν είμαστε μόνοι.
Μ.Μ
Ο αδελφός μου δεν ξύπνησε το πρωί. Ήταν παγωμένος. Δεν έκλαψα, γιατί τα μάτια μου είναι στεγνά εδώ και καιρό. Σήμερα μπήκαμε σε ένα γκρεμισμένο σπίτι και βρήκαμε ένα παλιό βιβλίο. Κάποιος διάβαζε ποίηση σ’ αυτό το σπίτι, κάποτε. Ο κόσμος κάποτε είχε μουσική και λέξεις. Τώρα έχει σιωπή και πόνο. Αλλά κάτι μέσα μου λέει πως όλα θα αλλάξουν. Μια μέρα θα ξαναγελάσουμε. Θα το γράψω εδώ, για να το θυμάμαι.
Α.Ξ
Σήμερα παίξαμε μπάλα με ένα κονσερβοκούτι. Δέκα λεπτά ξεγνοιασιάς. Γελάσαμε. Ξεχάσαμε την πείνα, την Κατοχή, τους φόβους μας. Μετά ξαναγυρίσαμε στα καθήκοντα – να βρούμε ξύλα, νερό, κάτι να φάμε. Το βράδυ καθίσαμε όλοι μαζί γύρω από μια φωτιά και ο Αλέκος είπε: «Αν βγούμε ζωντανοί, θα κάνουμε μια σχολή, μόνο για παιδιά σαν εμάς». Του είπα πως θα τη βαφτίσουμε “Ξυπόλητη Ελπίδα”. Γελάσαμε. Ελπίζω να ζήσουμε αρκετά για να τη φτιάξουμε.
“Κι αν ήμουν εγώ?” Ημερολόγιο μαθητών – 25 Νοεμβρίου 1943
Ημερολόγιο – 25 Νοεμβρίου 1943 (εργασίες μαθητών από το φύλλο εργασίας)
Ι.Σ
Σήμερα κάναμε έφοδο στις αποθήκες. Δεν πήραμε πολλά, αλλά βρήκαμε λίγο ψωμί και μια κονσέρβα. Ο Μανώλης έπεσε και χτύπησε, αλλά δεν είπε τίποτα, δεν έκλαψε. Περπατάμε ξυπόλητοι, αλλά νιώθω δυνατός. Αν μας πιάσουν, ξέρω τι μας περιμένει. Αλλά καλύτερα να πεθάνω προσπαθώντας, παρά να κάθομαι και να πεινάω. Η Στέλλα μας διάβασε κάτι σαν ποίημα σήμερα. Δεν θυμάμαι τα λόγια, αλλά ένιωσα πως ακόμα έχουμε ψυχή.
Β.Δ
Μου λείπει η μαμά μου. Όταν φυσάει, τη φαντάζομαι να μου σκεπάζει τα πόδια με μια κουβέρτα. Αλλά τώρα δεν έχω ούτε κουβέρτα. Σήμερα στον δρόμο μάς είδε μια γυναίκα και μας έδωσε μια φραντζόλα ψωμί. Μας χαμογέλασε. Δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε. Την κοίταξα στα μάτια και σκέφτηκα: υπάρχει ακόμα ανθρωπιά. Ίσως να τα καταφέρουμε. Όσο έχουμε ο ένας τον άλλον, δεν είμαστε μόνοι.
Μ.Μ
Ο αδελφός μου δεν ξύπνησε το πρωί. Ήταν παγωμένος. Δεν έκλαψα, γιατί τα μάτια μου είναι στεγνά εδώ και καιρό. Σήμερα μπήκαμε σε ένα γκρεμισμένο σπίτι και βρήκαμε ένα παλιό βιβλίο. Κάποιος διάβαζε ποίηση σ’ αυτό το σπίτι, κάποτε. Ο κόσμος κάποτε είχε μουσική και λέξεις. Τώρα έχει σιωπή και πόνο. Αλλά κάτι μέσα μου λέει πως όλα θα αλλάξουν. Μια μέρα θα ξαναγελάσουμε. Θα το γράψω εδώ, για να το θυμάμαι.
Α.Ξ
Σήμερα παίξαμε μπάλα με ένα κονσερβοκούτι. Δέκα λεπτά ξεγνοιασιάς. Γελάσαμε. Ξεχάσαμε την πείνα, την Κατοχή, τους φόβους μας. Μετά ξαναγυρίσαμε στα καθήκοντα – να βρούμε ξύλα, νερό, κάτι να φάμε. Το βράδυ καθίσαμε όλοι μαζί γύρω από μια φωτιά και ο Αλέκος είπε: «Αν βγούμε ζωντανοί, θα κάνουμε μια σχολή, μόνο για παιδιά σαν εμάς». Του είπα πως θα τη βαφτίσουμε “Ξυπόλητη Ελπίδα”. Γελάσαμε. Ελπίζω να ζήσουμε αρκετά για να τη φτιάξουμε.
Παιδιά στον πόλεμο – Εγώ στη θέση τους

Στην αρχή πίστευα ότι η ταινία θα είναι «παλιά», άσπρο-μαύρο, βαρετή. Τίποτα από αυτά δεν ίσχυσε. Το Ξυπόλητο Τάγμα ήταν γροθιά στο στομάχι, μια ιστορία που ξεκινά από τη φτώχεια και το φόβο, και καταλήγει σε κάτι που δεν περίμενα: την ελπίδα.
Ποιοι είναι αυτοί οι ξυπόλητοι;
Η ταινία μιλά για τα παιδιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Παιδιά χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια, χωρίς παπούτσια – αλλά με κάτι πολύ πιο δυνατό: θέληση να ζήσουν και να αντισταθούν. Δημιουργούν τη δική τους ομάδα – το “τάγμα” τους – και προσπαθούν να επιβιώσουν, να κλέψουν λίγο φαγητό, να βοηθήσουν όσους μπορούν.
Αυτό που με εντυπωσίασε δεν ήταν μόνο η πλοκή, αλλά ο τρόπος που έπαιζαν τα παιδιά. Δεν ήταν ηθοποιοί με μεγάλα ονόματα. Ήταν σαν παιδιά της διπλανής πόρτας – ίσως παιδιά σαν κι εμάς, σε μια άλλη εποχή.
Από την πείνα στην Αντίσταση
Τα αυτά παιδιά δεν έγιναν ούτε εγκληματίες, ούτε θύματα. Έγιναν ήρωες, με τον δικό τους τρόπο. Δεν κρατούσαν όπλα, αλλά είχαν αλληλεγγύη, εξυπνάδα και ψυχή. Έκαναν το σχολείο τους μέσα στα ερείπια, βοήθησαν αντιστασιακούς, φρόντισαν μικρότερα παιδιά.
Σκέφτηκα: Αν ήμουν εκεί; Αν ήμουν 12 χρονών το 1943 και είχα χάσει τους γονείς μου;
Δεν ξέρω αν θα είχα τη δύναμη που είχαν αυτοί.
Και όμως, αυτοί οι «ξυπόλητοι» μας δείχνουν πως μέσα στην απόλυτη φρίκη γεννιέται η ανθρωπιά.
Με την ταινία αυτή στον όμιλο συζητήσαμε για:
-
την Κατοχή και τον Εμφύλιο
-
την παιδική ηλικία στον πόλεμο
-
την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης
Ε.Μ
Ξυπόλυτο τάγμα -φύλλο εργασίας
Παιδιά στον πόλεμο – Εγώ στη θέση τους

Στην αρχή πίστευα ότι η ταινία θα είναι «παλιά», άσπρο-μαύρο, βαρετή. Τίποτα από αυτά δεν ίσχυσε. Το Ξυπόλητο Τάγμα ήταν γροθιά στο στομάχι, μια ιστορία που ξεκινά από τη φτώχεια και το φόβο, και καταλήγει σε κάτι που δεν περίμενα: την ελπίδα.
Ποιοι είναι αυτοί οι ξυπόλητοι;
Η ταινία μιλά για τα παιδιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Παιδιά χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια, χωρίς παπούτσια – αλλά με κάτι πολύ πιο δυνατό: θέληση να ζήσουν και να αντισταθούν. Δημιουργούν τη δική τους ομάδα – το “τάγμα” τους – και προσπαθούν να επιβιώσουν, να κλέψουν λίγο φαγητό, να βοηθήσουν όσους μπορούν.
Αυτό που με εντυπωσίασε δεν ήταν μόνο η πλοκή, αλλά ο τρόπος που έπαιζαν τα παιδιά. Δεν ήταν ηθοποιοί με μεγάλα ονόματα. Ήταν σαν παιδιά της διπλανής πόρτας – ίσως παιδιά σαν κι εμάς, σε μια άλλη εποχή.
Από την πείνα στην Αντίσταση
Τα αυτά παιδιά δεν έγιναν ούτε εγκληματίες, ούτε θύματα. Έγιναν ήρωες, με τον δικό τους τρόπο. Δεν κρατούσαν όπλα, αλλά είχαν αλληλεγγύη, εξυπνάδα και ψυχή. Έκαναν το σχολείο τους μέσα στα ερείπια, βοήθησαν αντιστασιακούς, φρόντισαν μικρότερα παιδιά.
Σκέφτηκα: Αν ήμουν εκεί; Αν ήμουν 12 χρονών το 1943 και είχα χάσει τους γονείς μου;
Δεν ξέρω αν θα είχα τη δύναμη που είχαν αυτοί.
Και όμως, αυτοί οι «ξυπόλητοι» μας δείχνουν πως μέσα στην απόλυτη φρίκη γεννιέται η ανθρωπιά.
Με την ταινία αυτή στον όμιλο συζητήσαμε για:
-
την Κατοχή και τον Εμφύλιο
-
την παιδική ηλικία στον πόλεμο
-
την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης
Ε.Μ
Ξυπόλυτο τάγμα -φύλλο εργασίας
